Αυγούστου 21, 2026

Γαβρίλης Λαμπάτος «Στον αιώνα του κομμουνισμού»

Μιχάλης Πάτσης

 «Στον αιώνα του κομμουνισμού»



Ο ιστορικός Γαβρίλης Λαμπάτος, ένας από τους καλούς ειδικούς στα θέματα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, κόμματος, γενικά κομμουνισμού, έδωσε μια σύντομη μονογραφία με τον παραπάνω τίτλο πρόσφατα (εκδ. Κουκκίδα, 2026). Το θέμα αυτό είναι από τα πιο σημαντικά για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία τόσο του 20ου και του 21ου αιώνα, γιατί απασχόλησε πολλά έτη με τριβή και προβλήματα την ελληνική πραγματικότητα, και ακόμα και σήμερα γεννά ασυνεννοησία, έχει  ακόμα πολλά δυσεπίλυτα ζητήματα και σημεία τα οποία στις μέρες μας ερμηνεύονται διαφορετικά από τους ερευνητές. 


 Η ιστορία μιας χώρας όταν περνάει ένας αιώνας θα -πρέπει σε γενικές γραμμές να έχει μια κοινή αντίληψη, μια ίδια σε γενικές γραμμές αντιμετώπιση από τα μέλη της κοινότητας, κάτι που στην Ελλάδα δεν ισχύει και ακόμα δεν ισχύει και για τον προηγούμενο ακόμα, τον 19ο αιώνα. Δεν υπάρχει ομοφωνία για το ρόλο του Αλέξανδρου Υψηλάντη ας πούμε, ο οποίος ήταν αυτός που ξεκίνησε την επανάσταση ως γενικός αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και το έργο του παντελώς αποσιωπάται, δεν υπάρχει ομοφωνία για το ρόλο των προκρίτων της Μάνης και των νησιών, για το ρόλο του Καποδίστρια και του Μαυροκορδάτου, του Μακρυγιάννη, του Οδυσσέα Ανδρούτσου κ.α. Γενικώς εμείς οι Έλληνες η ελληνική ιστοριογραφία δεν έχει ομοφωνία όταν είναι να εξετάσει Έλληνες πρωταγωνιστές, όταν είναι να εξετάσει ξένους πρωταγωνιστές,  βασιλείς και πρίγκιπες  (Όθων, Γεώργιος, Κων/νος κ.α.) σε γενικές γραμμές υπάρχει ένας κοινός τόπος.

Είμαστε ένας λαός που πνευματικά δεν στηρίζουμε πάντα την ιδέα του διαλόγου, αλλά το έργο του Λαμπάτου χρησιμοποιεί αυτή την ιδέα να για να παραδώσει στον αναγνώστη μια ιστορία δύσκολη και δυσεξήγητη. Πραγματικά ο ελληνικός κομουνισμός είναι δυσεξήγητος και από εδώ προκύπτουν πολλά προβλήματα στην ερμηνεία, προβλήματα μεθοδολογικά που γίνονται και πολιτικά. Επίσης ο ελληνικός κομμουνισμός είναι αποφατικός, αρνητικός, οι ερμηνείες που υπάρχουν γι’ αυτόν δεν ενώνονται, δεν συνομιλούν. Όποιοι γράφουν γι’ αυτόν έρχονται σε ρήξη μεταξύ τους και αυτό που προβάλλει στην επιφάνεια, είναι η πολιτική θέση και πολιτική αντίληψη της άποψης του γράφοντος.  Αυτό δεν ισχύει για τις αφηγήσεις των πολιτικών κομμάτων, αλλά και για τις αφηγήσεις των ιστορικών. Οι ιστορικοί εμπλέκονται στην αφήγηση, στην παράδοση της κάθε πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκουν και απομειώνουν το υλικό τους. Όλα αυτά έχω τη γνώμη πως δεν ισχύουν για τον Λαμπάτο ο οποίος σέβεται την ανθρώπινη εμπειρία, την ανθρώπινή συμμετοχή σε γεγονότα και γι’ αυτό αναδεικνύει τον άνθρωπο, αναδεικνύει την ιστορία μέσα από την βιωματική ιστορία και εμπειρία των ανθρώπων που έδρασαν.  

Ο Γαβρίλης Λαμπάτος έχοντας να εξετάσει έναν αιώνα μεγάλο και δύσκολο δίνει το χέρι στην ιστοριογραφία του Κωστή Καρπόζηλου (Ελληνικός κομμουνισμός: μια διεθνική ιστορία (1912-1974), 2024) και λέει εγώ θα ασχοληθώ με θέματα που αυτή η ιστοριογραφία εξετάζει περιοριστικά και ελλιπώς ή δεν τα εξετάζει καθόλου. Αναφέρεται σε αυτό στην εισαγωγή  του έργου του με ύφος συναδελφικό και οικείο μάλλον παρά με ύφος υπεροπτικό ή αλαζονικό. Είναι σημαντικό να παρακολουθούμε το διάλογο ανάμεσα στους συγγραφείς και στους ιστορικούς, δεν μπορούμε να πούμε πως ο καθένας λειτουργεί μόνος του.  Σκοπός του είναι να εισάγει τη δική του οπτική γωνία αλλά να λειτουργήσει και διαλογικά με εκείνη την ιστορία, παράλληλα να ωθήσει τον αναγνώστη να καθίσει και να διαβάσει το έργο του.

Μέθοδος του Λαμπάτου είναι η συνάντηση στην ιστορική αφήγηση της ιστορικής μελέτης ή καλύτερα του λόγου του ιστορικού με το λόγο του απλού ανθρώπου,  του βιώσαντα τα γεγονότα, του ανθρώπου ου συμμετείχε στα γεγονότα και τα βίωσε με ένα δικό του τρόπο. Ο μετέχων της ιστορίας μεταφέρει τη δική του εμπειρία, η οποία πολύ συχνά είναι διαφορετική από την επίσημη άποψη η εκδοχή των κομμάτων ή των ιστορικών. Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν μαρτυρία αλλά διαθέτουν δικό τους λόγο, δηλαδή θέμα και νόημα, επιχειρηματολογία και άποψη για γεγονότα που κάποτε δεν απασχόλησαν κανένα αλλά σήμερα φαίνεται πως παίζουν σημαντικό ρόλο.

Ο Λαμπάτος δεν συμφωνεί με την άποψη που υπάρχει στον «Ελληνικό κομμουνισμό» πως η ιστορία του ελληνικού κομμουνισμού ξεκινά το 1912 με τη συνάντηση Μπεναρόγια Δρακούλη, αφού υποστηρίζει πως ο Μπεναρόγια με τη Φεντερασιόν που ήταν μια εβραϊκή σοσιαλδημοκρατική οργάνωση με έδρα τη Θεσσαλονίκη η οποία συνδεόταν στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας περισσότερο με τους Βουλγάρους κομμουνιστές και όχι με τους Αθηναίους οι οποίοι ναι μεν ήταν επηρεασμένοι από τον Μαρξ αλλά δεν ήταν κομμουνιστές. Επομένως καταλήγει πως η απεικόνιση της περιόδου για τους μετέχοντες του δράματος του ελληνικού κομμουνισμού  δεν είναι η πλέον σωστή. Έτσι και για την περίπτωση της θέσης της Φεντερασιόν για την Οθωμανική Αυτοκρατορία καταλήγει:

 «Είναι παραμορφωτική η εικόνα που κυριαρχεί στο βιβλίο του Καρπόζηλου, επικεντρωμένη στην αντίθεση της Φεντερασιόν στη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας» (σελ. 20)

Ο Λαμπάτος δέχεται πως η Ευρώπη στις αρχές του εικοστού αιώνα μπήκε σε μια δίνη πολέμων και συγκρούσεων οι οποίες περιλάμβαναν πολέμους μεταξύ κρατών, εθνικές επαναστάσεις, συγκρούσεις μέσα στα κράτη, Εμφύλιους. Αυτή η περίοδος κατά τη γνώμη του για την Ελλάδα, ξεκινά με την επανάσταση στης Κρήτης το 1897 και τελειώνει με τη λήξη του Εμφυλίου, ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να φτάνει ως το 1974 ή σε άλλα κράτη οι επιπτώσεις των συγκρούσεων να φτάνει ως εκείνη την ημερομηνία  όπως στην Ελλάδα. Γενικώς ο ίδιος αποδέχεται πως ο ελληνικός κομμουνισμός γεννιέται μέχρι το 1922 αλλά δεν κάνει κάποια ιδιαίτερη αναφορά σε ημερομηνία και φαίνεται να αποδέχεται την ίδρυση του ΣΕΚΕ το 1918 σαν έναρξη αυτής της διαδικασίας, η οποία όμως ακόμα είναι πολύ χαλαρή και πολύ ήπια, όμως ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως ο ελληνικός κομμουνισμός διακλαδίζεται σε τουλάχιστον δύο ρεύματα με την είσοδο στην Τρίτη Διεθνή και ακόμα αρκετοί πρώην κομμουνιστές μη μπορώντας να δεχθούν τη θέση εκείνη της Διεθνούς για ανεξαρτησία της Μακεδονίας θα εγκαταλείψουν το ΚΚΕ και θα ακολουθήσουν δικό τους δρόμο. Η αλήθεια είναι πως ο Λαμπάτος μιλά με ορθή κρίση και προσέγγιση πάντοτε της αλήθειας όχι της ιδεολογίας.

Η ιστορική αφήγηση του Λαμπάτου είναι ήπια αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, μοιάζει με λογοτεχνικό αφήγημα το κείμενό του, στο οποίο οι βλέπουμε να αλληλοδιαχέονται ιστορικά επιχειρήματα και κρίσεις του συγγραφέα και αφηγήσεις πρωταγωνιστών των γεγονότων. Όμως ο συγγραφέας δεν βγάζει συμπεράσματα, αλλά περιμένει ο αναγνώστης να βγάλει μόνος τα συμπεράσματά του τα οποία μπορεί να μην είναι μονοσήμαντα.

Στην αφήγησή του περνούν σημαντικοί παράγοντες του κομμουνιστικού κινήματος  όπως ο Δρακούλης, ο Μπεναρόγια, ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Νίκος Ζαχαριάρης και οι άλλοι γραμματείς ΚΚΕ, όπου αναδεικνύονται ο ιδιαίτερος ρόλος τους και η τάση τους για προσωπική απόκλιση και συμβολή. Ακόμα και πιο πρόσφατες προσωπικότητες όπως του Φαράκου, του Παρτσαλίδη ή του Γλέζου έχουν έναν ιδιαίτερο ρόλο και μάλιστα αναδεικνύεται στο έργο τους η ιδιαίτερη προσωπικότητά του καθενός.  Η προσωπικότητα έχει να παίξει ένα ρόλο όταν με τις ενέργειές της αποκλίνει από το κοινό μέσο όρο.

Σημαντικές είναι οι αφηγήσεις όπως ανέφερα, αποτέλεσμα προσωπικής δουλειάς και κόπος του ιστορικού και προέρχονται από το προσωπικό του αρχείο. Ο αγροτοκτηνοτρόφος Γιώργος Σόρκος αναφέρεται στην οικογένειά του και στον ίδιο του τον εαυτό εξιστορεί τα γεγονότα στα οποία είχε γνώση ο ίδιος από το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα ως τα τέλη του Εμφυλίου, αναδεικνύοντας τις σχέσεις τις δικές του και της οικογένειάς του με τον κομμουνισμό.  Η αφήγηση αποκαλύπτει μια ξεχωριστή οπτική γωνία των απλών ανθρώπων για το κομμουνιστικό κόμμα και αναδεικνύει τις αιτίες για τις οποίες αυτοί εντάχθηκαν σε αυτό, συνήθως οι σκληρές συνθήκες των κατακτητών και των συνεργατών τους στην κατοχή οι οποίοι απαιτούσαν τρόφιμα και εφόδια από τα χωριά απογυμνώνοντάς τα οδηγώντας πολλούς σε πείνα, καθώς και τους λόγους για τους οποίους απεντάχθηκαν και ακολούθησαν δικό τους δρόμο μετά την απελευθέρωση.

Αντίστοιχη  ικανότητα έχει και η αφήγηση του αρτεργάτη Μήτσου Σούλα ο οποίος αναφέρεται στον αγώνα των τροτσκιστών στην Αθήνα να επιβιώσουν στα μέσα της δεκαετίας του 1920 από τον «πόλεμο» που τους έκανε το ΚΚΕ, μιλά και για τη δολοφονία του τροτσκιστή Γεωργοπαπαδάτου, Δεκέμβριος 1927 μάλλον από τον ίδιον το Ζαχαριάδη. Οι αφηγήσεις έχουν τη δύναμη της προσωπικής αλήθειας. Εδώ δεν βλέπουμε τι λένε τα κόμματα ή ο τύπος αλλά το πώς απλοί άνθρωποι βίωσαν τα γεγονότα που ιστορούνται. Είναι μεγάλη η δύναμη του απλού ανθρώπινου λόγου.

Παράλληλα η αφήγηση ασχολείται με τις εχθρικές σχέσεις του ΚΚΕ με τα τροτσκιστικά κόμματα, καθώς και με τους Αρχειομαρξιστές, έτσι αναδεικνύει πλευρές του ελληνικού κομμουνισμού που σε μια σύνθεση και αντίθετη με την επίσημη εκδοχή του ΚΚΕ, παρουσιάζονται στην μελέτη. Η κριτική, η εχθρότητα, η απομόνωση, η δίωξη, η βία, η δολοφονία, η εκτέλεση είναι ενέργειες του ΚΚΕ και της ΟΠΛΑ κατά των Τροτσκιστών της εποχής.

Η άλλη άμεση αφήγηση ανήκει στο Γρηγόρη Φαράκο, το γνωστό στέλεχος και Γραμματέα του ΚΚΕ ο οποίος μιλά με το αίτημα της αλήθειας για τα γεγονότα που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο και τη ζωή των πολιτικών προσφύγων.  Η παρουσίαση της ζωής του Φαράκου και της ζωής των πολιτικών προσφύγων αναδεικνύει και την διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 για την οποία έχει  γίνει αρκετός λόγος αλλά και ο Λαμπάτος τη συνδέει με τη ζωή και την επιρροή ξένων κομμάτων στο κόμμα κατά την παραμονή του στην υπερορία, αλλά και με νεωτερικές απόψεις που εμφανίστηκαν στη δυτική Ευρώπη για το πέρασμα στον σοσιαλισμό..

Αναδεικνύοντας τον ελληνικό κομμουνισμό ο συγγραφέας κάνει μια πρωτότυπη πρόταση, αφού παρουσιάζει τον Ανδρέα Παπανδρέου ως μέρος του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, επειδή εκείνος σε νεανική ηλικία συμμετείχε σε τροτσκιστική ομάδα τη δεκαετία του 1930. Ο Λαμπάτος διευρύνει τα όρια του ελληνικού κομμουνισμού δίνοντας μια ειλικρινή και όσο το δυνατόν πιο αληθινή εικόνα της ιστορικής του διαδρομής.

Τι μαθαίνουμε από το αφήγημα; Ερχόμαστε σε επαφή με πολλές εκδοχές και δρόμους του ελληνικού κινήματος, που επειδή συνήθως τους βλέπουμε αυτούς τους δρόμους να συγκρούονται και να αλλοτριώνουν ο ένας τον άλλον   καταλαβαίνουμε πολλά πράγματα για τον ελληνικό κομμουνισμό. Βλέπουμε τους δρώντες να είναι έμφορτοι αποφάσεων και έμφορτοι λαθών. Δεν υπάρχουν ηγετικά στελέχη της ελληνικής Αριστεράς χωρίς λάθη, ίσως μόνο ο Σεραφείμ Μάξιμος και καταλαβαίνουμε την τραγική μοίρα στην οποία βρέθηκαν.  Νιώθουμε τους λίγους δρώντες που διασώζονται χωρίς λάθη, κυρίως οι απλοί άνθρωποι. Η αφήγηση του κειμένου ρέει πολύ καλά, είναι απλή χωρίς ρητορικότητα και μεγάλα πομπώδη λόγια.  Παράλληλα βλέπουμε ανθρώπους να αγωνίζονται για τις ιδέες τους και να μην υποχωρούν, ευρισκόμενοι μέσα σε μια τραγική μοίρα, στην οποία πολλά έχουν προαποφαιστεί από ξένους παράγοντες, π.χ. την Τρίτη Διεθνή, τον Δημητρόφ, τον Στάλιν ή τον Μπρέζνιεφ.

Το σημαντικό είναι πως ο αφηγητής είναι ιστορικά εγγράμματος και την ιστορική σύνθεση που επιχειρεί την διακατέχει η εγκυρότητα και η ακρίβεια. Η εργασία του σημαντική και πείθει τον αναγνώστη.  Αν έχουμε να προσκομίσουμε κάτι σαν παρατήρηση θα λέγαμε πως στην αφήγηση θα έρεπε να αφιερωθεί λόγος τόπος για την ανάδειξη του διαλόγου ε την επίσημη ιδεολογία και τα κόμματα που αυτή την καθόριζαν έτσι ώστε να γίνει κατανοητό καλύτερα η αναγκαιότητα της πρόσληψης και της οικείωσης του κομμουνισμού στην Ελλάδα.

Στο τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω πως   δεν αφιερώνεται χώρος για τις θετικές σχέσεις των κομμουνιστών μεταξύ τους ή και με άλλους, στο παράδειγμα της πολιτικής υπερορίας ή στο παράδειγμα των εξοριών και των φυλακίσεων το αποδεικνύει αυτό πως οι κομμουνιστές είχαν και πραγματικά συντροφικές ειλικρινείς σχέσεις μεταξύ τους, αν και ο συγγραφέας δεν αποκρύπτει κάτι. Σκέφτομαι πως αν δεν είχαν τέτοιες σχέσεις το κίνημά τους δεν θα είχε φυλλορροήσει και δεν θα απασχολούσε σήμερα; Είπα και πιο πάνω πως η ιστορία του κομμουνισμού είναι δύσκολη για πολλούς λόγους, κυρίως γιατί ο κομμουνισμός είχε πολλούς υποστηρικτές στον τόπο μας και γιατί ένα μεγάλο μέρος του λαού είχε κάποτε κάποια σχέση με αυτόν. Ο καθένας έχει τη δική του αφήγηση. Το θέμα είναι να μην χαθεί το μέτρο. Η αλήθεια στις μέρες μας έχει την υποκειμενική της χροιά, δεν έχουμε την βεβαιότητα όπως τους παλιότερους αιώνες πως θα υπάρχει η αντικειμενική αλήθεια του πράγματος, όμως ο άνθρωπος, ο επιστήμονας πρέπει να αγωνίζεται για την αλήθεια, για τη δική του αλήθεια η οποία στο βαθμό που πείθει γίνεται και ευρύτερα αποδεκτή. .  Και το συγκεκριμένο έργο κρατά το μέτρο, γιατί το συγγραφέα τον απασχολεί η ιδέα του κομμουνισμού και η διάχυσή της στην κοινωνία, και όχι η ξεχωριστή ιστορία κάποιου κόμματος.