Μιχάλης Πάτσης
Ένα μυθιστόρημα με
κατεστραμμένους ήρωες
Νίκου Κάσδαγλη «Κεκαρμένοι»
Ένα μυθιστόρημα με
κατεστραμμένους ήρωες
Νίκου Κάσδαγλη
«Κεκαρμένοι»
Το μυθιστόρημα αυτό προσφέρει μια
αφήγηση κυρίως σε πρώτο πρόσωπο, αλλά με εναλλαγή του αφηγητή. Διαδραματίζεται
σε ένα στρατόπεδο και σε μια πόλη που φιλοξενεί το στρατόπεδο και τους
φαντάρους. Η τοποθεσία εγγράφεται στη Θεσσαλία γενικά και η πόλη ίσως να είναι
η Λάρισα αλλά όλα αυτά κινούνται αχνά μέσα στην αφήγηση του Κάσδαγλη. Γραμμένο
στο Εμφύλιο ή λίγο μετά μεταφέρει αυτή την εφιαλτική κατάσταση της εμφύλιας
διαμάχης αλλά έμμεσα, μεταφορικά, όχι κυριολεκτικά.
Βέβαια το έργο αυτό δεν είναι
σχόλιο για την πολιτική κατάσταση, αλλά σχόλιο για τη ζωή των στρατιωτών, των
νέων της εποχής εκείνης που πάνε στο στρατό και για όλα αυτά που συναντούν. Την
βαρβαρότητα του καψονιού, την κοροϊδία και
σκληρότητα ακόμα της διοίκησης, τη φιλία κάποια φορά, τη χυδαιότητα των
κοινωνικών σχέσεων, την ανάγκη για σεξουαλικές σχέσεις που όμως προσκρούουν στα
συμφέροντα στην κοινωνική ιεραρχία, στη βία.
Παρακολουθώντας τους ήρωες του
έργου αυτού νομίζουμε πως δεν μένουν σταθεροί στον χαρακτήρα τους, δεν φτάνουν
ως το τέλος οι ίδιοι. Μάλλον χάνονται στην μέση του δρόμου για να δώσουν τη
θέση τους σε άλλους ή στην φαντασία κάποιων από αυτούς. Το έργο αυτό του
Κάσδαγλη μιλάει για το στρατό και μπορεί να εκληφθεί σαν ένα ρεαλιστικό
κείμενο. Δεν είναι όμως έτσι. Είναι μια νουβέλα η οποία κινείται στην ανανέωση
των ηρώων, στην καταστροφή τους και στο τέλος στο χάσιμό τους μέσα στο μουντό
περιβάλλον του στρατώνα. Οι μήνες κυλούν χωρίς να μπορούν να σταματούν αλλά η
ζωή των στρατιωτών δεν αποκαθίσταται. Παραμένουν στο στρατό, λες και δεν
τελειώνει ποτέ. Είναι δημιουργημένοι να μένουν και να δουλεύουν σε ένα πλαίσιο
καταστροφής και ανελευθερίας.
Ο χρόνος του έργου είναι τα έτη 1950
– 1951, ακριβώς μετά το πόλεμο σε μια στρατιωτική μονάδα κάπου στη Θεσσαλία. Μαθαίνουμε
κυρίως για τη ζωή εκτός της εκπαίδευσης, για τις εξόδους στην πόλη και την παραμονή
στα καφενεία και στους οίκους ανοχής, για τις σχέσεις μεταξύ τους στο στρατόπεδο,
για τις διώξεις από την ΕΣΑ αν ξεπεράσουν τα καθορισμένα όρια από τους στρατευμένους.
Από το στρατόπεδο φωτίζεται λίγο ζωή στα
μαγειρεία, αφού ο ήρωας είναι υπεύθυνος μαγειρείων, οι σχέσεις με τη διοίκηση και
τον Ταγματάρχη, ο οποίος έχει σκοπό το προσωπικό όφελος και το ατομικό
συμφέρον. Μεταξύ άλλων ο Ταγματάρχης πάντρεψε
έναν στρατιώτη με μια γυναίκα για να μπορεί εκείνος ως κουμπάρος να της κάνει
συχνές επισκέψεις και να επωφελείται ο ίδιος, όταν ο στρατιώτης να δέχεται όχι
μόνο φυσικά καψόνια αλλά και ψυχολογική πίεση. Ανάμεσα στους στρατιώτες γίνεται λόγος για τον
έρωτα και τις ερωτικές πράξεις, αλλά αυτές λίγο μόνο επωφελούνται γιατί και η
επίσκεψη στην κοπέλα που δουλεύει στον οίκο ανοχής της περιοχής υπόκειται σε
μια αυστηρή ιεραρχία. Οι νεαροί
διαθέτουν αισθήματα φιλικά μεταξύ τους, αλλά στενεύονται από τη δομή και τη
διοίκηση του στρατού. Σε αυτές τις άθλιες συνθήκες επιβιώνει η σκληρότητα και
από την πλευρά των στρατιωτών και η βία. Το έργο αυτό δεν είναι στρατευμένο για
να εξυμνήσει κάποια ομάδα νέων, απεναντίας όλοι είναι ίδιοι με τα ίδια
προβλήματα μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Η έλλειψη ερωτικών σχέσεων, η
κοροϊδία από την διοίκηση του στρατού και η ανηθικότητα του Ταγματάρχη, το
σκληρό καψόνι στους φαντάρους, η σκληρότητα των Εσατζήδων που δεν βρίσκουν
πουθενά αλλού νόημα ζωής παρά μόνο στον πόνο σε στο κακό. Οι σχέσεις κεντρικές,
ιδίως οι σεξουαλικές οι οποίες όμως δεν μπορούν να γίνουν πραγματικά ερωτικές.
Κάτι λείπει. Κάτι λείπει από αυτή τη γενιά η οποία άγεται και φέρεται από τους
υπεύθυνους και το κράτος. Άγεται και φέρεται, γιατί δεν έχει την πολιτική,
δηλαδή συνειδητή τόλμη να σηκώσει κεφάλι. Η προηγούμενη γενιά σήκωσε κεφάλι και
βρέθηκε στις εξορίες και στα ξερονήσια.
Αυτή η γενιά ζει μέσα στη
σκληρότητα και τη βαρβαρότητα και ακολουθεί τις οδούς της βίας και της
προσωπικής εκδίκησης.
Το μυθιστόρημα αυτό διαλύει τους
ήρωες που υπάρχουν γύρω του και μέσα του. Δεν υπάρχει κάτι να μπορεί να
αναστήσει τη χαμένη αυτοπεποίθηση αυτής της γενιάς και οι άνθρωποι που
κινούνται εκεί, κινούνται έχοντας ξεχάσει το όνομά τους και τον προορισμό τους.
(Κεκαρμένοι σημαίνει κουρεμένοι
στα αρχαία ελληνικά)