Οκτωβρίου 12, 2026

Ο «Φτωχόκοσμος» του Ντοστογιέφσκι

 Μιχάλης Πάτσης 

Ο «Φτωχόκοσμος» στου Ντοστογιέφσκι

 


Το έργο στα ελληνικά μεταφράζεται και «Φτωχοί άνθρωποι» [1].  Ήθελα να το διαβάσω γιατί το είχα ξεχάσει σχεδόν αυτό το επιστολικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται στην Αγία Πετρούπολη της εποχής, το 1845 γράφτηκε,  ιδίως στις φτωχές γειτονιές της και στα φτωχικά σπίτια των ανθρώπων που ζούσαν σε μεγάλα αλλά ελεεινά σπίτια της εποχής. Ο κάθε άνθρωπος αλλά και  κάθε φτωχή οικογένεια νοίκιαζε ένα δωμάτιο και ζούσε εκεί με τόσες δυσκολίες. Οι άνδρες και οι γυναίκες νοικιάζουν και ζουν μόνοι τους. Στη Ρωσία της εποχής που γενικώς πρέπει να ήταν μια πολύ συντηρητική χώρα, ακόμα ήταν σε ισχύ το νόμος για την δουλοπαροικία, οι γυναίκες μπορούν να ταξιδέψουν, να δουλέψουν, να ζήσουν μόνες σε μια μεγάλη πόλη,  να νοικιάσουν μόνες δωμάτιο. Ακόμα και να ρυθμίσουν τη ζωή τους όπως οι ίδιες θέλουν.


Δύο είναι οι βασικοί  ήρωες του έργου, ο Μακάρ Ντέβουσκιν και η Βαρβάρα (Βάρια, Βάρενκα) Αλεξέεβνα Ντομπροσιόλοβα. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια ιστορία αγάπης και ειλικρινούς συμπάθειας, μια ιστορία τρυφερότητας και ενδιαφέροντος, μια ιστορία που την έχουν ανάγκη και οι δύο αυτή την εποχή. Τους χωρίζει μεγάλη ηλικιακή διαφορά, κάτι που οι άνθρωποι δεν σκέφτονται σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως επίσης και μεγάλη  διαφορά στη νοοτροπία. Η αγάπη τους λυτρώνει από τη φτώχεια.

Ο άντρας είναι μάλλον συντηρητικός, αρκετά δειλός, ευθυνόφοβος και δουλοπρεπής στη δουλειά του. Είναι όμως καλόψυχος και θέλει να βοηθήσει τους φτωχότερους από αυτόν ανθρώπους, μεταξύ άλλων και την Βάρια ανεξαρτήτως αν ο ίδιος δεν έχει στο τέλος πόρους να θρέψει τον εαυτό του να αγοράσει τα αναγκαία για να ντυθεί και ποδεθεί, να πληρώσει το ενοίκιο του σπιτιού του. Του έκλεισε η σπιτονοικοκυρά την πόρτα και αυτός γυρνά τη νύχτα στους δρόμους. Ο Ντέβουσκιν όμως δεν θλίβεται δεν το βάζει κάτω, αναπτερώνει μόνος το ηθικό του και στην βόλτα του το βράδυ παρακολουθεί τον τόπο και του αρέσουν όλα δίπλα του. Είναι δημόσιος υπάλληλος και πολύ συχνά στη δουλειά του τον κοροϊδεύουν, αλλά βρίσκει καταφύγιο στην καλοσύνη του, αλλά και στην αγάπη του για τη Βάρια.  Έχει μια προσωπική αισιοδοξία.

Το έργο θυμίζει το «Παλτό» του Γκόγκολ ένα έργο που μέσα από την αντίθεση και το γκροτέσκο χαρακτήρα ανασυνθέτει τη ρωσική κοινωνία της εποχής, δείχνοντας την σκληρότητα και την ματαιότητα της κοινωνίας των υπαλλήλων, παρουσιάζοντας με πολύ μελανά χρώματα τη ζωή και την εργασία σε μια δημόσια υπηρεσία. Ο Ντοστογιέφσκι εδώ μιμείται τον Γκόγκολ, όχι δουλικά αλλά αρκετά ελεύθερα. Ο ίδιος εξάλλου έγραψε πως όλη η ρωσική λογοτεχνία βγήκε μέσα από το «Παλτό» του Γκόγκολ.

Ο Ντέβουσκιν γράφει συχνά, κάθε μέρα γράμματα στην Βάρια στα οποία της αναφέρει την αγάπη και τη συμπάθειά του.

Η Βάρια είναι ένας έξυπνος, νέος άνθρωπος. Ζούσε στην επαρχία με την οικογένειά της, αλλά με την αλλαγή των συνθηκών της ζωής τους ήρθε στην πόλη μαζί τους. Ο πατέρας της πέθανε σύντομα γενικά και η ίδια ζούσε με την μητέρα της στο σπίτι μιας γυναίκας, συγγένισσάς της, της Άννας Φιοντοροβνας η οποία εκμεταλλεύεται ως φαίνεται τα κορίτσια που υποστηρίζει. Στο σπίτι γνωρίζει και την αγάπη στο πρόσωπο του Ποκρόφκση ενός νεαρού φοιτητή της νομικής, που ζούσε στο σπίτι της Άννας Φιοντόροβμα και αυτός,  ο οποίος την φροντίζει και την προσέχει. Η Βάρια του δείχνει την αγάπη και την αφοσίωσή της αλλά ο νέος πεθαίνει από φυματίωση, σε λίγο θα πεθάνει και η μητέρα της. Θα μείνει μόνη και αναγκάζεται να φύγει από το σπίτι αυτό.  Η Αννα Φιοντόροβνα είναι επιθετική απέναντί της και θέλει να την εκμεταλλευτεί, η Βάρια όμως με την Θεοδώρα μια γυναίκα που ήταν η παραμάνα της και την βοηθάει, φεύγουν και νοικιάζουν   σπίτι στη γειτονιά που μένει ο Ντέβουσκιν,ο οποίος επίσης έχει κάποια μακρινή συγγένεια μαζί της. Η Βάρια δουλεύει, κεντάει κυρίως και βγάζει τα προς το ζην. Όμως πολύ συχνά βρίσκεται στα χειρότερά της, ζώντας μέσα στην πείνα και στην δυστυχία. Την βοηθάει ο Ντέβουσκιν, αλλά και εκείνος δεν έχει χρήματα. Αυτό που χαρακτηρίζει την Βάρια είναι η αξιοπρέπεια, η καλοσύνη, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της, ο ανυποχώρητος χαρακτήρας της η εξυπνάδα της.

Η σχέση τους στηρίζεται σε μια ιδιόμορφη αγάπη.  Είναι μια αγάπη όμως που δεν μπορεί να έχει μέλλον: ο Ντέβουσκιν, ένας γέροντας και φτωχός άνθρωπος,  θέλει την Βάρια να τον φροντίζει καθώς περνούν τα χρόνια, η Βάρια δεν μπορεί να παραμείνει σε αυτή τη θέση, είναι νέα,  θέλει να αποκατασταθεί, πρέπει να το κάνει, αυτό ορίζει ο νόμος της ζωής. Δεν μπορεί να κουράζεται και να φθείρει την υγεία της, όταν υπάρχει κάποιος ηλικιωμένος, αλλά πλούσιος που τη ζητά σε γάμο, θα τον ακολουθήσει. Θα πάει μαζί του. Αλλά σύντομα μάλλον θα καταλάβει πως ίσως έκανε λάθος. Η Βαρβάρα Αλεξέεβνα είναι η αξιοπρεπής ηρωίδα, αλλά και η ηρωίδα που ακολουθεί ένα δρόμο μόνο και μόνο για να αποφύγει τη φτώχεια της, δεν ελέγχει άλλα στοιχεία για τον μελλοντικό σύζυγο και πάνω απ’ όλα τα αισθήματά της γι’ αυτόν, τα αισθήματα που δεν υπάρχουν.  Τι θέλει αυτή η νέα κοπέλα που σαν τον ρήτορα πηγαίνει στην Σατραπεία, αφήνοντας την πόλη της  που θα έλεγε ο Καβάφης, ή τι θέλει αυτή σαν μια τίγρη αφήνοντας την σαβάνα και ανεβαίνει στην κορυφή του Κιλιμάντζαρο όπως θα ρωτούσε ο Χεμινγουέη. Είναι μια κοπέλα που έχασε το δρόμο της.  Η φτώχεια την ώθησε να χάσει το δρόμο της.

Ο Βαρβάρα Αλεξέεβνα πηγαίνει μαζί του, θα τον παντρευτεί σε ένα γάμο κλειστό και θα φύγει μαζί του στο χωριό του. Αλλά ο Μπύκοφ, ο σύζυγός  της  δεν είναι τόσο πλούσιος όσο φαινόταν, και συν τοις άλλοις είναι και τσιγγούνης. Καταλαβαίνουμε πως η ζωή της νέας στο χωριό με τον ηλικιωμένο άνδρα θα είναι σκληρή. Νόμισε πως εκείνος θα της πρόσφερε μια ωραία ζωή, αλλά καταλαβαίνουμε πως τίποτα δεν μπορεί να της προσφέρει, γιατί ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, να δείχνει πως έχει νέα γυναίκα και όμορφη. Ο Ντέβουσκιν όταν μαθαίνει πως εκείνη θα παντρευτεί και θα φύγει χάνει τα λογικά του σχεδόν, χάνει την ελπίδα και το στήριγμά του θέλει να πέσει στις ρόδες της άμαξας που παίρνει τη φίλη του μακριά. Τον καταλαβαίνουμε να παίρνει ζωή από αυτή την άσχημη εξέλιξη της μοίρας. Και ο ίδιος από εδώ και πέρα θα έχει σκληρή ζωή, όχι γιατί θα τον κοροϊδεύουν στη δουλειά του, αλλά γιατί δεν θα έχει κάποιον να μιλήσει, να πει τον πόνο του και να νιώσει καλύτερα.

Η Βαρβάρα Αλεξέεβνα και ο Μακάρ Ντεβπύσκιν είναι δύο χαρακτήρες που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, αλλά στο τέλος έχεις την αίσθηση πως και οι δύο θα συντριβούν λόγω των κοινωνικών συνθηκών στις οποίες ζουν αι που δεν μπορούν να υπερβούν. Η κάθε εποχή γεννά κοινωνικές συνθήκες δύσκολες για τους ήρωες και ο ρεαλισμός του Ντοστογιέφσκι ωθεί τα γεγονότα στα άκρα. Η φτώχεια δεν θεραπεύεται με τα χρήματα και η κοινωνική φτώχεια μετατρέπεται σε κοινωνική και ψυχική. Αυτή είναι η χειρότερη. Δεν είναι που ο Ντέβουσκιν δεν έχει χρήματα, είναι που όταν βρίσκει δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει. Λες και το χρήμα στέκει εμπόδιο στη συνειδητοποίηση του ανθρώπου. Η Βαρβάρα είναι  πολύ αξιοπρεπής και πολύ έξυπνη, όμως όταν βλέπει πως κάποιος πλούσιος την θέλει δεν σκέφτεται τίποτα άλλο παρά μόνο πώς θα απαλλαγεί από τη φτώχεια της. Δεν κρίνει όμως σωστά τις προθέσεις τού άλλου. Η φτώχεια την έχει εξαναγκάσει να σκέφτεται μόνο την καλυτέρευση της ζωής της συνολικά, χωρίς να μπορεί να κρίνει τις προθέσεις του άλλου. Αν και  η ίδια είναι έξυπνη, οι κοινωνικές συνθήκες της κλείνουν τα μάτια.

Το μυθιστόρημα στηρίζεται στον λόγο, όχι στην περιπέτεια, είναι ένα κείμενο που κύριο λόγο παίζει ο γραπτός λόγος, οι επιστολές των ηρώων μεταξύ τους. Η αλλαγή της ζωής των ηρώων είναι το σκηνικό, όμως αυτό που αναδεικνύεται ο λόγος, η θεραπευτική ικανότητα του λόγου να δημιουργεί στον ήρωα ένα πλαίσιο αισιοδοξίας και ελπίδας.

Ο γραπτός λόγος στο κείμενο φαίνεται όμως πολύ ζωντανός, γιατί αυτός προκαλεί αλλαγή πολύ συχνά και απομάκρυνση του ήρωα. Ο γραπτός λόγος έχει την απαιτούμενη ζωντάνια και ευρηματικότητα που ίσως λείπουν από τον προφορικό,  είναι ένας λόγος με αρκετά κενά χρόνου, με ελευθερία στην απάντηση και στη διατύπωση ερωτημάτων. Σχεδόν κανένας δεν απαντά άμεσα σε κάποια προηγούμενη ερώτηση.   Το έργο δεν υπηρετεί την ξερή ερωτο-απόκριση, αλλά αφήνει περιθώρια σκέψης και περίσκεψης, δίνει περιθώρια ο καθένας από τους ήρωες να μιλά σε ένα δικό του ρυθμό, να καταλαβαίνει όπως ο ίδιος θέλει τα πράγματα, να έχει μια ελευθερία στην κατανόηση. Ενώ έχουμε γράμματα υπάρχει σίγουρα ελευθερία κατανόησης και αποδοχής. Ο προφορικός λόγος είναι ζωντανός, είναι και καταπιεστικός, όταν στη ζωή του προφορικού λόγου περιμένουμε απαντήσεις άμεσα ο ένας από τον άλλον.

 Το έργο αυτό το έχει χρησιμοποιήσει ο Τάσος Αθανασιάδης για να περιγράψει τον Ντοστογιέφσκι στο μυθιστόρημά του «Ντοστογιέφσκι από το κάτεργο στο πάθος», το οποίο αναπλάθει με ελεύθερο τρόπο τη ζωή του Ντοστογιέφσκι στη δεκαετία του 1850 όταν αφήνεται ελεύθερος από το κάτεργο αλλά ακόμα δεν του επιτρέπεται να ταξιδέψει στην Αγία Πετρούπολη και ζει στη Σιβηρία, στο Σεμιπαλάτινσκ. Ο Αθανασιάδης περιγράφει τη ζωή του Ρωσου συγγραφέα εδώ στο Σεμιπαλάτινσκ και τον έρωτά του για την πρώτη του σύζυγό τη Μαρία Δημήτριεβνα Ισάεβα, την οποία τελικά παντρεύεται. Ο Αθανασιάδης έχει γράψει ένα ενδιαφέρον ντοστογιεφσκικό έργο της πρώτης περιόδου και στη σκέψη του ο Ρώσος συγγραφέας φέρεται όπως ο Μακάρ Ντέβουσκιν.  

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα το οποίο βάζει σε σκέψεις τον αναγνώστη για τις δύσκολες κοινωνικές συνθήκες και τον καλεί να νιώσει μαζί με τους ήρωες τις αλλαγές της μοίρας που συνήθως σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι επώδυνες για τους φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους.



[1] Το έργο το διάβασα στα ελληνικά με μετάφραση Σ. Σπαθάρη -  Κ. Πορφύρη και με επιμέλεια του Κ. Βάρναλη. Έκδοση του 1959 από τον εκδοτικό οίκο Μιχαλακέα.