Ένα βιβλίο για τη νεανική μνήμη
Η Βουλγαρία, η χώρα της γειτονιάς μας, η τόσο γνωστή και τόσο άγνωστη απο την ιστορία μας προβάλλει μέσα από αυτό το βιβλίο ανασύσταση της φοιτητικής μνήμης μια χώρα φιλική και φιλόξενη, μια χωρα με διεθνισμό και αλληλεγγύη με καλή επιστήμη και σπουδαίους επιστήμονες, μια χώρα που μπορεί να σπουδάζει και να μορφώνει εκπροσώπους άλλων λαών.
Είναι ένα αξιόλογο και διαφορετικό βιβλιο για τη Βουλγαρία. (Βουλγαρία η χώρα των κατόπτρων, Συλλογικό, εκδόσεις Εύμαρος) Εδώ δεν υπάρχει ο εθνικός και ο πολιτικός ανταγωνισμός, ούτε και η συνήθης υποτίμηση του εθνικά άλλου, Η μνήμη δουλεύει για να προβάλλει ό, τι δεν έχει χαθεί και όλα αυτά μέσα σε ένα επικοδομητικό πλαίσιο. Δεν υπάρχουν αρνητικές εικόνες για τη Βουλγαρία, αν και σε κάποια κείμενα δουλεύει η οπισθοσκοπική εξέταση με βάση μεραγενέστερες επιλογές ενδεχομένως σε κείμενα τω Φραγκάκη, Λαμπάτου, Σιακαντάρη στα οποία το περελθόν δουλεύει σαν η στερεή μνήμη για το παρόν. Γιατί αποτελεί ένα πρόβλημα αν όλα ήταν καλά στη Βουλγαρία, δεν θα άλλαζε το πολιτικό σύστημα.
Το βιβλίο διαρθρώνεται από κείμενα 34 ατόμων τα οποία έζησαν στη Βουλγαρία κυρίως τις δεκαετίες 70 ως και 90, κυρίως ως φοιτητές. Αυτο το προετοίμασε ο Ηλιας Φραγκάκης, ποιητής και σκηνοθέτης που σπούδασε στη Βουλγαρία. Είναι βιβλίο με προσοχή και ευαισθησία φτιαγμένο. Οι συγγραφείς είναι όλοι τους άνθρωποι σήμερα καταξιωμένοι σε πολλούς τομείς. Τα κείμενα που καταχωριζονται σε αυτό είναι αξιόλογα και προσεγμένα - διηγήματα, ημερολόγια, δοκίμια, αναμνήσεις, άρθρα, πεζογραφήματα αποτελούν κυρίως τα κείμενα του τόμου αυτού.
Τα κείμενα αυτών των πρώην φοιτητών δημιουργούν το βιβλίο κυρίως, αν και υπάρχουν κείμενα διπλωματών που έζησαν στη χώρα αυτή, εργαζομένων και σημερινών φοιτητών στη Βουλγαρία.
Η Βουλγαρία προβάλλει στη μνήμη κυρίως ως ένας τόπος που διαμόρφωσε τους συντάκτες των κειμένων αυτών, άρα η χώρα προβάλλει με τις θετικές της πτυχές και με θετικά χρώματα και διαστάσεις. Η Βουλγαρία διάπλασε τον χαρακτήρα των συντακτών και φαίνεται πως οι συντάκτες αναγνωρίζουν με ευμένεια αυτή την επίδραση. Η μνήμη εργάζεται σε ένα κοινωνικό, οικονοκικό και πολιτικό καμβά να διαμορφώσει ένα κείμενο συμβατό με τη σκέψη του κάθε συντάκτη. Κυρίως ο χαρακτήρας της μνήμης είναι ειρηνικός και φιλικός για τη χώρα αυτή.
Είναι λογικό γιατί η μνήμη των φοιτητών δημιουργείται από τις φοιτητικές παραστάσεις σε πανεπιστημιακούς χώρους και όχι σε άλλους πιο δύσκολους και σκληρούς της κοινωνικής ζωής. Τα πιο σκληρά κείμενα αυτά των πολιτικών προσφύγων του Κ. Αργυρόπουλου, για τη ζωή των προσφύγων στη Βουλγαρία, του Χ. Χαρτοματσίδη για τον πολιτικό αγώνα εντος του ΚΚΕ, πικρή γεύση για την γεροντική ηλικια έχει και το αφήγημα του Ν. Ίσμαρου.
Εμένα μου άρεσαν τα κείμενα των συγγραφέων του τόμου και για το καθένα θα μπορούσα να εντοπίσω ένα ισχυρό θετικό σημείο. Αυτό σημαίνει πως οι συντάκτες δούλεψαν τα κείμενά τους ή ακόμα ακόμα δούλευαν πολύ μέσα τους αυτά τα κείμενα πριν τα γράψουν.
Τα κείμενα αφηγητών που σπούδασαν στη Βουλγαρία είναι δύο ειδών αυτά που προέρχονται από υπότροφους του ΚΚΕ και αυτά που προέρχονται από άλλους φοιτητές οι οποίοι σπούδασαν πληρώνοντας οι ίδιοι για τη φοίτηση τους. Όμως ολα τα κείμενα μοιράζονται τον ιδιο δείκτη αλήθειας και ειλικρίνειας. Από τα πρώτα για την προβληματική σχέση με το κόμμα του, ξεχωρίζει το κείμενο του Κ.Κωνσταντόπουλου στο οποίο ο συντάκτης ομολογεί τη θετική σχέση του προς το ΚΚΕ ακόμα και σήμερα, αλλά από το 1985 λόγω διαφωνίας για τις σπουδές ή ΚΝΕ και το κόμμα τον απομάκρυναν από τους κόλπους τους. Ο άνθρωπος ξεκαθαρίζει πως στην Ελλάδα πίστευαν εσφαλμενα πως τις σπουδές του τις πλήρωνε το ΚΚΕ, ενώ τις πλήρωνε το βουλγαρικό κράτος. Αναρωτιέται γιατί αυτή η σύγχυση. Το κόμμα ήθελε να κρατά τα λουριά όχι μόνο της πίστης αλλά και της αλήθειας και της μνήμης. Ο άνθρωπος αυτός ο οποίος πήγε να σπουδάσει φιλοσοφία έκανε στροφή και του άρεσε το θέατρο. Ήθελε να αλλάξει ειδικότητα, να σπουδασει ηθοποιός, το κόμμα δεν τον άφησε, έτσι κι αυτός τα παρατήσε και γύρισε στην Ελλάδα. Ο λόγος του είναι επιεικής, ήπιος προς όλους είναι ευγενικός, αληθής δεν τα βάζει με κανέναν. Άλλες μαρτυρίες κομμουνιστών είναι πιο απλοϊκές.
Από τις άλλες μαρτυρίες των φοιτητών που σπούδασαν πληρώνοντας οι ιδίοι δεν ξεχωρίζει κάποια για την ιδιαιτερότητά της.Οι μαρτυρίες είναι ευμενείς, φιλικές και φυσιολογικές για φοιτητές προς μια χώρα που έκανε πολλά για τη μόρφωση τους. Εξαίρεση η αφήγηση του Γ. Λαμπάτου ο οποίος αμ ξαι αναγνωρίζει τα θετικά της Βουλγαρίας, λες και δεν μπορεί στα στενά όρια της Σοσιαλιστικής Βουλγαρίας και αποφασίζει νωρίς ακόμη, στον δεύτερο χρόνο της παρουσίας του μαζί με τη μέλλουσα σύζυγό του να πάρει μετεγγραφή για το ΑΠΘ. Αυτό αποτελεί μια ενδιαφέρουσα επιλογή η οποία συμβαδίζει με τις δυσκολίες παρουσίας μελων της ανανεωτικής αριστεράς σε ενα σοσιαλιστικό κράτος.
Όμως όλες οι διηγήσεις είναι μοναδικές για τη δύναμη της αφήγησης που διαθέτουν, τη ρομαντική και μαζί ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής στη Σόφια και στις άλλες πόλεις, γισωτην ειλικρίνειά τους. Σε αυτές το προσωπικό συνδέεται με το γενικό, το ατομικό με το διαπροσωπικό και όλα μαζί συμβάλουν στην προβολή του ξένου τόπου σαν ιδιωτικού ατομικού, σαν οικείου. Σε όλες τις αφηγήσεις διακρίνεται ένα απόθεμα συνείδησης, υπόληψης στους γράφοντες η οποία σαν " φόδρα" προστατεύει τα νήματα της σκέψης και προβάλλει μια καθαρή εικόνα του άλλου, του διαφορετικού.
Υπάρχουν κάποια δεδομένα ζωής που είναι όμοια σχεδόν: η ζωή στις φοιτητικές εστίες μνηνειώνονται με θετικό τρόπο, οι σπουδές έχουν θετικό πρόσημο για όλους, εντύπωση προξενεί η προβολή της Κοινωνιολογίας, μιας επιστήμης Θετικής η οποία δεν υπήρχε στα σοβιετικά πανεπιστήμια ενώ στη Βουλγαρία υπήρχε, η αγάπη για τις κοινωνικές επιστήμες και όχι τόσο για το Διαλεκτικό και Ιστορικό υλισμό που θεωρουνται σοβιετόπνευστοι, η σημασία που είχε ο καθηγητής της Αισθητικής Ισαάκ Πασί για τους Έλληνες φοιτητές. Πουθενά δεν υπάρχει ψόγος για τους καθηγητές, κάτι που μαρτυρά την ευμενή διάθεση των γραφόντων σε εκείνα τα χώματα. Μάλιστα όλοι οι γράφοντας έχουν στο νου τους με θετικό τρόπο κάποιον καθηγητή.
Τα κείμενα έρχονται να βάλουν όρια και σύνορα στη ζωή των ανθρώπων, τονίζουν τις επιλογές ζωής, προβάλλουν την προσωπικότητα του καθενός από τους γράφοντες, θυμίζουν τον μικρότερο εαυτό και επιθυμούν να τον επαναφέρουν στην επιφάνεια. Οι συγγραφείς διαμορφώθηκαν μετά την Ελλάδα και στη Βουλγαρία και αυτό είναι εμφανές από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τους πολίτες της χώρας αυτής και το κράτος τους. Διαμορφώθηκε εκεί ο ενήλικος εαυτός αυτός που συνδέεται περισσότερο με την ανάληψη ευθύνης. Η νοσταλγία της χώρας δουλεύει στη σκέψη όλων κσι κάποιοι δεν θέλουν να επισκεφτούν τη σημερινή Βουλγαρία γιατί φοβούνται την αλλαγή. Στην πραγματικότητα φοβούνται την δική τους εσωτερική αρμονία.
Το επεισοδιακό σούβλισμα αρνιών κάποιο Πάσχα στη Βουλγαρία παρουσία των γονέων των.φοιτητών (Ε.Βλασης), οι παιχνιώδεις σχέσεις αγοριών κοριτσιών στη Εστία (Π.Μπακατσέλος), η αναμονή κάποιων για σύνδεση με την ΚΝΕ, τα παιχνίδια των αγοριών και οι θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις των Ελλήνων (Κωνσταντόπουλος, Λιολιος), η εθελοντική δουλειά για το μάζεμα της σοδειάς στα χωράφια (Ισμαρος), η γνωριμία με τόσους άλλους λαούς αποτελούν στιγμές, άλλες μοναδικές αλλες επαναλαμβανόμενες της ζωής στη Σοσιαλιστική Βουλγαρία (Κουτλή, Ζήση, Πλειός, Ιατρού, Μήτσου), οι έρωτες των φοιτητών, η κοινή οικονομική δουλειά (Βερροιώτης).
Η αλλαγή της χώρας εμφανίζεται σε αρκετά κείμενα και σε κάποια με απαιτήσεις ιστορικής αφήγησης (Ρέκβιεμ, των Πετινακη, Φραγκάκη, Αρδά), ακόμα τα κείμενα (Βιώνοντας την ανατροπή, Μπαλτζή, Όταν αποχωρήσε ο Μαρξ Πετρόπουλος). Στην πραγματικότητα για πολλά κείμενα η αλλαγή της χώρας γίνεται αιφνίδια, χωρίς αντικειμενική βάση, απρόκλητη.
Κάποια αφηγήματα είναι χαρισματικά στον τρόπο παράθεσης της ιστορικής - βιωματικής ύλης, έτσι που στο καθένα βλέπουμε γνωρίσματα αξιόλογα.
Ενδιαφέρουσα είναι η μαρτυρία- ημερολόγιο του Β. Μαραγκού (πρέσβη της Ελλάδας) για τη γνωριμία του με τον μεγάλο ποιητή της Βουλγαρίας, Λιουμπομίρ Λέφτσεφ και τη μετάφραση του ποιηματός του "Οι Έλληνες που φεύγουν ". Το ίδιο και η μαρτυρία Χριστιδη, διπλωμάτη για τους Βουλγαρους και για τον μεταφραστή Στεφάν Γκέτσεφ.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα ιδιαίτερο κολάζ όπου πολλοί συγγραφείς τοποθέτησαν το δικό τους κειμενικό είδος, τη δική τους μαρτυρία, κρατώντας τη μνήμη της νεανικής ηλικίας ζωντανή. Το κολάζ έχει το χάρισμα να βγάζεις συμπέρασμα κοιτώντας όλον τον κύκλο των δημιουργημάτων. Έτσι και στο βιβλίο αυτό βγάζουμε σωστά συμπέρασμα διαβάζοντας κκα τα κείμενα.