Χριστούγεννα στο
πάρκινγκ
Ήταν πέντε το πρωί όταν η Ελένη ξεκίνησε
να πάει στην εκκλησία. Ημέρα των Χριστουγέννων. Συνήθιζε εκείνη τη μέρα να
πηγαίνει από το πρωί στην εκκλησία. Δεν θυμόταν πώς της μπήκε αυτή η συνήθεια,
αφού όταν ήταν μικρότερη ποτέ δεν πήγαινε στην εκκλησία τέτοια μέρα. Οι γονείς της
άνθρωποι της πόλης, απομακρυσμένοι από θρησκεία και εκκλησία δεν της έμαθαν την
εκκλησία. Η ίδια όμως μεγάλωσε με αντίθετες αρχές από τους γονείς της.
Η Ελένη ζούσε μόνη της πια. Ήταν γύρω
στα τριάντα. Δούλευε σε Τράπεζα. Είχε ένα καλό ύψος και ήταν μελαχρινή. Χαρακτηριστικό
της ήταν το αδύνατο σώμα της που νόμιζες πως είναι αθλήτρια της γυμναστικής. Ντύθηκε
γρήγορα γρήγορα με τα ωραία της ρούχα, μια πράσινη φούστα και ένα πουκάμισο μοβ,
ρίχνοντας ένα παλτό πάνω της που είχε
αγοράσει πέρυσι στο Μιλάνο και αφού έβαλε το κινητό της στην τσάντα της βγήκε
από την πόρτα.
«Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον
τίκτει…», σκέφτηκε η κοπέλα όπως προσχωρούσε και ήθελα να βιαστεί να φτάσει
στην εκκλησία ΄μια ώρα γρηγορότερα. Σήμερα στην εκκλησία διαδραματίζονται
σπουδαία μυστήρια και συμβάντα και δεν θα ήθελε να τα χάσει. Η μέρα των Χριστουγέννων
είναι μια μέρα πνευματική πάνω από όλα και η Ελένη νιώθει δεμένη με την εκκλησία.
Πέρασε τον κεντρικό δρόμο του προαστίου, έναν δρόμο μεγάλο, καλά φωταγωγημένο με λαμπιόνια,
δεντράκια και πολύχρωμες κορδέλες. Κανένας δεν κυκλοφορούσε τέτοια ώρα. Μόνο εκείνη
έφερνε γοργά τα πόδια της προς τα εμπρός πάνω στα πεζοδρόμια και στην άσφαλτο.
Καθώς πέρασε στον κάθετο δρόμο
για να την οδηγήσει ψηλά στο λόφο άκουσε βογγητό ή κλαψούρισμα, κάποιος ήχος
ήταν που τον μπέρδευε. Ερχόταν από το νεκροταφείο
αυτοκινήτων. Ένα χώρο παράνομο που οι άνθρωποι απλώς τον κατέλαβαν και άφηναν
εκεί τα αυτοκίνητα που ήθελαν να πετάξουν. Πολλά αυτοκίνητα, πολλά ζώα και
λίγοι ξεσπιτωμένοι άνθρωποι. Θυμήθηκε τα γατάκια που είχε στη δουλειά της και πρόσεχε
και πολλοί την κατηγορούσαν γι’ αυτό…
Ήταν κάποιο σκυλί σκέφτηκε ή γάτες που εκείνες
τις ώρες έβρισκαν απάγκιο στα παλιά αυτοκίνητα που ήταν εκεί παρατημένα. Σκέφτηκε την εκκλησία και τη λειτουργία που τώρα
και βρισκόταν στην αρχή της ακόμα. Είχε ώρα και εκεί κοντά της κάτι συνέβαινε
με τα μικρά όντα του θεού. Η περιέργεια την έσπρωξε να πάει κοντά!
Πλησίασε να δει τι ήταν, μπροστά της κειτόταν στο έδαφος κουλουριασμένος
ένας άνθρωπος μάλλον γέροντας. Ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας φορώντας το παλτό
του και έχοντας μια πετσέτα για μαξιλάρι προσπαθούσε να βολευτεί στο κρύο. Είχε
απαγκιάσει δίπλα από μια παλιά μερσεντές για να κόβει το κρύο. Η μέρα ξημέρωνε
σιγά σιγά κρύα και παγερή. Μαύρα νέφη στον ορίζοντα. Ο γέροντας ήταν κουλουριασμένος
πάνω στο έδαφος. Από το πρόσωπό του έτρεχε αίμα, ίσως από τη μύτη. Κρύωνε και
πονούσε. Το πρόσωπό του ήταν βρώμικο και τα μακριά του γένια εμπόδιζαν την επικοινωνία
μαζί του. Η Ελένη πήρε με αποφασιστικότητα μια μπατανία πράσινη γεμάτη τρύπες που
ήταν μακριά του και τον σκέπασε. Εκείνος ένιωσε καλύτερα και σταμάτησε να κλαψουρίζει.
Δίπλα του ένα χάρτινο πιάτο με αποφάγια, δύσκολα να καταλάβει τίνος φαγητού, όμως
σκέφτηκε γρήγορα στη χώρα δεν πεινάει κανένας.
Λίγο πιο μακριά στο ίδιο υπαίθριο πάρκινγκ μια γριούλα σκεπασμένη
με ένα κόκκινο πάπλωμα και καλά ντυμένη, κοιμόνταν πάνω σε χαρτόνια από συσκευασία
ψυγείου! Ίσως ήταν η συμβία του, ίσως απλά γνωστή του. Ήταν αδύνατη και φαίνονταν
τα άσπρα της μαλλιά, σαν ασημένιες κορδέλες να στολίζουν το ισχνό πρόσωπό της. Πλησίασε
για να δει τη γριούλα που εκεί τη νύχτα των Χριστουγέννων φαινόταν να αναπνέει
βαριά τον καθαρό αέρα που ακόμα κατέβαινε από την Πεντέλη.
Η Ελένη έβλεπε συχνά κάποιους ανθρώπους
να τριγυρίζουν εκεί την ημέρα, αλλά το μυαλό της ποτέ δεν πήγε πως θα
κοιμόντουσαν και το βράδυ! Νόμιζε πως τη νύχτα έφευγαν από εκεί και πήγαιναν
στα σπίτια τους ή σε άλλες κατοικίες που τους δίνει ο Δήμος ή η εκκλησία. Ήταν η περιοχή που απέφευγαν πολλοί λόγω της βρώμας,
αν και βρισκόταν δίπλα στον κεντρικό δρόμο που προαστίου. Απέναντι από τον σπουδαίο
φούρνο γνωστής αλυσίδας και το γνωστό
κατάστημα ηλεκτρονικών. Απέναντι από το πνευματικό κέντρο του Δήμου! Ένα πολυσύχναστο
σημείο της πόλης! Σκέφτηκε ο άνθρωπος
είναι αυτός που λάμπει αλλά και βρωμάει πιο πολύ από όλα τα όντα του Θεού.
Η γριούλα κοιμόταν και από την
όψη της καταλάβαινες πως η ζωή της δεν ήταν εύκολη. Βαθιές ρυτίδες χάραζαν το
πρόσωπό της και το μέτωπό της είχε απομείνει μικρό αν μωρού σχεδόν παιδιού. Δεν
ήξερες αν αυτός ο άνθρωπος θα ζούσε ή θα πέθαινε. Η Ελένη στάθηκε εκεί να
κοιτάζει τους ανθρώπους και να σκέφτεται τη ζωή τους, να σκέφτεται τη ζωή της,
πόσες μέρες και πόσες νύχτες αφιέρωνε στο σπίτι της και εκεί κοντά της υπήρχαν
άνθρωποι που δεν είχαν όχι μόνο σπίτι, αλλά ούτε ένα φυσιολογικό ρούχο να
ντυθούν.
Ήταν όμως Χριστούγεννα και έπρεπε
να φτάσει στην εκκλησία. Το μυαλό της από την άλλη δεν πήγαινε εκεί, αλλά στεκόταν
στους τρόφιμους του πάρκινγκ που βρίσκονταν ξαπλωμένοι στην άσφαλτο του πάρκινγκ.
..και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει
άγγελοι µετά ποιµένων δοξολογούσι,…
Έψαλε μέσα της η Ελένη, καθώς έβλεπε τη γριούλα να
αναπνέει βαριά και να μην θέλει να κουνηθεί από τη θέση της. Απεναντίας ο
άντρας λίγο πιο πέρα έκανε έντονες κινήσεις και όλη την ώρα μια φασαρία δημιουργούσαν
οι κινήσεις του. Θωρούσε πως η μελωδία του κοντακίου της έδινε δύναμη να
κάθεται μαζί με τους γέροντες που ζητούσαν βοήθεια.
Ο όρθρος προχωρούσε και η Ελένη
δεν μπορούσε να αφήσει τη γριούλα δίπλα της για να πάει στην εκκλησία που ξεκίνησε
από το πρωί για να βρεθεί εκεί. Αλλαγή σχεδίου! Καταλάβαινε πως την εκκλησία δεν ήταν δυνατόν να μην την επισκεφθεί, αφού αυτός
ήταν ο δρόμος της. Όμως τώρα φαίνεται πως ο δρόμος αυτός άλλαξε. Καθόταν και περίμενε να δει τις αντιδράσεις
των γερόντων, σαν μάνα καθόταν δίπλα τους για να τους προστατέψει. Αυτή μια νεαρή
κοπέλα έπαιζε το ρόλο του μεγάλου με τους δύο γέροντες.
Δίπλα της περνούσαν άνθρωποι που
πήγαιναν φορώντας τα καλά τους στην εκκλησία, μεγάλοι κυρίως άνθρωποι μεσόκοποι
ή γέροντες άντρες και γυναίκες. Βιάζονταν να πάνε και να καθίσουν στην καρέκλα και
στο στασίδι που είχαν κλείσει. Δεν κοίταζαν δεξιά και αριστερά, εμπρός μόνο τους
τραβούσαν τα βήματά τους. Νόμιζες πως οι άνθρωποι φοβόντουσαν κάτι, δεν λοξοδρομούσαν
στο περπάτημά τους. Χριστούγεννα, όλοι θέλουν να βρεθούν στην εκκλησία και να
ακούσουν τη λειτουργία. Η Ελένη σκέφτηκε γιατί κανένας τους δεν κοιτάζει τους ανθρώπους
στο υπαίθριο πάρκινγκ; Μήπως φοβούνται; Μήπως πάλι ο σκοπός τους να φτάσουν πιο
γρήγορα στην εκκλησία τους σέρνει στο παγερό κτήριο και τους εμποδίζει να
κοιτάζουν δίπλα τους;
«Είσαι εδώ Βασιλική; Έ κόρη μου, είσαι
δίπλα μου;…» Ρώτησε η γριούλα που κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο της μίλησε. Ήταν
ανήσυχη αλλά και αδύναμη «Μου έφερες το παλτό που σου ζήτησα; Όχι ακόμα; Καλά
δώσε μου τη χοντρή ζακέτα μου».
Η γριούλα μιλούσε με την κόρη της
που δύσκολα θα την έβρισκε εκείνη τη στιγμή. Η μέρα των Χριστουγέννων την έκανε
να ζητάει βοήθεια από τους δικούς της ανθρώπους. Ήταν μια γριά ονειροπόλος! Νόμιζε πως
η κόρη της την φρόντιζε. Άραγε η κόρη της υπήρχε, δεν υπήρχε; Και αν η
κόρη της την είχε διώξει από το σπίτι της;
Η νεαρή κοπέλα σκέφτηκε πως αν
δεν πήγαινε εκείνη τη μέρα στην εκκλησία δεν θα έβρισκε αυτούς τους δύο
πεινασμένους ανθρώπους στο δρόμο. Δεν θα ήξερε πως κοντά στο σπίτι της υπάρχουν
άνθρωποι που ζουν με το χώμα αγκαλιά και την άσφαλτο παρηγοριά. Αλλά και τώρα που τους βρήκε τι μπορεί άραγε
να κάνει μόνη της; Οι άνθρωποι αυτοί δεν περνούσαν άσχημα. Ζούσαν άθλια αλλά
αυτή τη ζωή επέλεξαν, σκέφτηκε ίσως τολμηρά.
..µάγοι δέ µετά
αστέρος οδοιπορούσι
δι’ ηµάς γάρ
εγεννήθη
παιδίον νέον, Ο
πρό αιώνων Θεός.
Οι δύο γέροντες ξύπνησαν και
κάθονταν αμίλητοι στο κρεβάτι τους.
«Χρόνια πολλά, Καλά Χριστούγεννα!»
αντάλλαξαν τις ευχές της ημέρας μεταξύ τους
και φάνηκαν να μαλακώνει η όψη τους.
«Πονάει η πλάτη μου!» είπε ο
γέροντας και αναστέναξε βαριά καπνίζοντας! «Δεν είναι τίποτα. Το παθαίνω συχνά τις
τελευταίες μέρες! Περιμένω το γιατρό αλλά δεν έρχεται!»
Η Ελένη υποσχέθηκε πως την άλλη
μέρα θα του έφερνε το γιατρό! Η διάθεσή τους ήταν καλή επειδή έβλεπαν έναν
άνθρωπο δίπλα τους. Τους κέρασε γλυκά και σε λίγο τους τάισε με φαγητό που έτρεξε
και αγόρασε.
Δεν θα μπορούσε να τους αλλάξει
τη ζωή, αλλά θα μπορούσε να αλλάξει τη δική της ζωή, να καταλάβει τη ζωή των άλλων,
την ύπαρξη άλλων ανθρώπων που χαμένοι μέσα στην καθημερινή ομίχλη της εποχής
χάνονται. Οι γέροντες δεν μπορούν να ανασάνουν, ούτε και να σηκωθούν από το
έδαφος. Έπρεπε να κάνει κάτι γι’ αυτούς, όχι μόνο να τους σκέφτεται!
Ο άνθρωπος της εποχής, σκέφτηκε η
Ελένη, χρειάζεται να νοιάζεται τον άλλον ιδίως τον αδύνατο. Ο άνθρωπος της εποχής είναι το «παιδίον
νέον» που πρέπει να ακούει τους άλλους δίπλα του και να φροντίζει όσο μπορεί
για να μην χαθεί η τιμή του.
Η Ελένη εκείνη τη μέρα κάθισε πολλές
ώρες με τους ανθρώπους στο υπαίθριο
πάρκινγκ και όταν πια είχε για τα καλά μεσημεριάσει έφυγε και κατευθύνθηκε κατά
τους λόφους. Τους είχε δώσει να
καταλάβουν πως ακόμα υπάρχει κάποιος άνθρωπος που τους νοιάζεται. Ήταν κι αυτό
μια θεία λειτουργία. Ήταν λες και η
εκκλησία είχε μεταφερθεί σε εκείνο το πάρκινγκ.
25-26 /1/2025